Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Ο Θίασος του Αγγελόπουλου στις 100 καλύτερες ταινίες του κόσμου

Η παρακολούθηση ενός σχεδόν τετράωρου, αργόσυρτου έπους για την ήττα της αριστεράς στον εμφύλιο, μέσα από το σχήμα του μύθου των Ατρειδών, αποτελεί σίγουρα για πολλούς έναν… κινηματογραφικό εφιάλτη, ακόμα κι αν πρόκειται για την κορυφαία ελληνική ταινία και μία από τις 100 καλύτερες ταινίες του κόσμου, σύμφωνα με τους 900 κριτικούς, που συνεργάζονται με το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Γιατί το αριστούργημα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, «Ο Θίασος», είναι μία τόσο σημαντική ταινία διεθνώς; Πως έμεινε στην ιστορία ως «ελεγεία της αριστερής ήττας»; Και γιατί θα άξιζε να τις αφιερώσετε τέσσερις ώρες από τη ζωή σας για να την (ξανα) δείτε;
Ο «Θίασος» (1975) ήταν η τέταρτη ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου (1936-2012) μετά την «Εκπομπή», την «Αναπαράσταση» και τις «Ημέρες του ‘36». Κέρδισε το Βραβείο Κριτικών στο φεστιβάλ των Κανών, καθώς η τότε κυβέρνηση αρνήθηκε να την υποβάλει στο διαγωνιστικό τμήμα, ως «πολύ αριστερή για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα». Ψηφίστηκε επίσης ως καλύτερη ταινία της χρονιάς από το Βρετανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο το 1976, κέρδισε το Ειδικό Βραβείο των κριτών στο φεστιβάλ του Taormino, το βραβείο I’Age d’Or στις Βρυξέλλες και το Μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στην ψηφοφορία “Sight and Sound”, που διοργανώνει κάθε δέκα χρόνια το Βρετανικό Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τη συμμετοχή 900 κορυφαίων κριτικών από όλον τον κόσμο για την ανάδειξη των «100 καλύτερων ταινιών της παγκόσμιας παραγωγής όλων των εποχών», ο «Θίασος» κατέλαβε την 60η θέση το 2002, πάνω από ταινίες, όπως «Casablanca», «Δαμάζοντας τα κύματα», «Αποκάλυψη τώρα» και το «North of Northwest» του Χίτσκοκ, ενώ και στην επόμενη ψηφοφορία, το 2012, ο «Θίασος» βρέθηκε στην 102η θέση, την ώρα που τα έργα σκηνοθετών, όπως του Κουροσάβα και του Ταρκόφσκι ξεχάστηκαν παντελώς.
 Ο «Θίασος» αποτελεί καινοτόμα ταινία για τρεις λόγους: τον τρόπο που χρησιμοποιεί τον κινηματογραφικό χρόνο, την περιπλοκή των ιστορικών γεγονότων στο σενάριο και την παρουσίαση των προσώπων, όχι ως διακριτών χαρακτήρων αλλά ως φορέων ιδεών και κοινωνικών δυνάμεων. Συνδυάζοντας ένα θεατρικό έργο (την δημοφιλή «Γκόλφω» της λαϊκής παράδοσης), τον αρχαίο μύθο των Ατρειδών (από την Αισχύλεια τριλογία) και την πρόσφατη πολιτική ιστορία, ο Αγγελόπουλος δημιούργησε ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο, το οποίο άφησε άφωνο κοινό και κριτική στις σκοτεινές αίθουσες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και των σινεφίλ παγκοσμίως.

Τα μέλη του «Θιάσου» παρουσιάζονται στην ταινία με πολλαπλές ταυτότητες αλλά στο σενάριο φέρουν ονόματα από τον αρχαίο μύθο των Ατρειδών (αν και στους ελάχιστους διαλόγους της ταινίας ακούγονται μόνο τα ονόματα της «Ηλέκτρας» και του «Ορέστη»). Οι οικογενειακές σχέσεις ξετυλίγονται όπως στον αρχαίο μύθο, αλλά υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά: ο Αισχύλος επικεντρώνεται στη δυναμική διάδραση αγάπης, χρέους και μίσους, ενώ ο Αγγελόπουλος μεταφέρει την κεντρική αντίθεση ανάμεσα στις «επαναστατικές» και στις «αντιδραστικές» τάσεις της πολιτικής ιστορίας.
Ο «Θίασος», όπως και η Αισχύλεια τριλογία, δεν είναι ιστορικό έργο. Ο Αγγελόπουλος δεν στόχευε στην αντικειμενική καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Η ματιά του άλλωστε, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μέχρι και μανιχαϊστική, αφού στην ταινία υπάρχουν από τη μία πλευρά οι κακοί (έως άθλιοι) δεξιοί μαζί με τους εκάστοτε κατακτητές και από την άλλη οι καλοί (ή θύματα) αριστεροί. Ο Αίγισθος, για παράδειγμα, ο πιο αρνητικός «ήρωας» της ταινίας, εκτός από προκλητικός μοιχός και συνειδητός συνεργάτης της ασφάλειας και των δυνάμεων κατοχής, εμφανίζεται να φτάνει στο εξευτελιστικό σημείο για την αντρική αξιοπρέπεια, να χρησιμοποιεί μία γυναίκα ως ασπίδα για να γλιτώσει από τις σφαίρες των στρατιωτών.
Οι δεξιοί παρακρατικοί τρομοκρατούν, βιάζουν και καταφεύγουν στην ευκολία των όπλων αντί να παλέψουν σώμα με σώμα με τους αριστερούς (σκηνή από τον εορτασμό της νέας χρονιάς), ενώ οι Γερμανοί, οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί επιβάλλονται με τη βία, τα χρήματα ή ακόμα και με την κουλτούρα τους (σκηνή του γάμου της Χρυσόθεμης, όπου οι Αμερικανοί διακόπτουν το δημοτικό τραγούδι της ηλικιωμένης για να διασκεδάσουν με τους δικούς τους ρυθμούς). Αντίθετα οι αριστεροί είναι περήφανοι, ζητούν την ελευθερία, υπομένουν βασανιστήρια και αισθάνονται βαριά την ήττα, όταν αναγκάζονται να υπογράψουν «δήλωση» (ο Πυλάδης, στον ντοκιμενταρίστικο μονόλογό του, αποφεύγει να κοιτάξει ευθέως την κάμερα). Στο σενάριο του «Θιάσου» υπάρχουν πρόσωπα που δεν μετέχουν στις αντιθέσεις, αλλά δεν υπάρχουν «δικαιολογίες» για τη δράση των «κακών δεξιών» ή αμφιβολίες για τη στάση των «καλών αριστερών». Τις σκιάσεις του γκρίζου, χρησιμοποιεί ο δημιουργός μόνο για τα πλάνα των τοπίων και όχι για τα ιστορικά γεγονότα…
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: «ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΕΩΣ ΕΔΩ;»
«Όταν έγινε η δικτατορία στην Ελλάδα, εγώ ήμουν κριτικός κινηματογράφου σε μία αριστερή εφημερίδα. Κάποια μέρα η αστυνομία μπήκε στην εφημερίδα, συνέβαλε κάποιους από τους πιο σημαντικούς συνεργάτες της και κατέστρεψε τα πάντα. Η βία ήταν τέτοια που σε έκανε να σκεφτείς: «Μα πως έγινε η δικτατορία; Πως φτάσαμε ως εδώ;» Λίγο καιρό πριν επικρατούσε μεγάλη χαρά. Η νεολαία πίστευε ότι πηγαίναμε προς τη δημοκρατία, προς την ελευθερία. Και ξαφνικά γίνεται δικτατορία. Πως συμβαίνει κάτι τέτοιο; Δεν είναι κάτι που πέφτει από τον ουρανό. Είναι μία διαδικασία που ωριμάζει με τον χρόνο. Υπάρχει κάτι που την προετοιμάζει. Για να καταλάβουμε λοιπόν πως γίνεται, πρέπει να πάμε προς τα πίσω. Αυτό ακριβώς έκανα. Αφού πιστεύω ότι το παρελθόν δεν είναι μόνο παρελθόν αλλά και παρόν, έπρεπε να βρω έναν τρόπο αφήγησης, στον οποίο οι δύο αυτές χρονικές διαστάσεις να συνυπάρχουν. Έτσι δημιουργήθηκε ο τρόπος αφήγησης του «Θιάσου», που ήταν μοναδικός για την εποχή του […] Σύμφωνα με αυτόν, το παρόν και το παρελθόν δεν είναι η μνήμη ενός προσώπου, αλλά η συλλογική μνήμη ενός λαού. […] Δεν είμαι ιστορικός. Δε διηγούμαι την Ιστορία από την σκοπιά αυτού που προσπαθεί να την καταλάβει επιστημονικά. Εγώ βλέπω το παρελθόν και το παρόν μέσα από τους απλούς ανθρώπους, που δεν είναι υποκείμενα της Ιστορίας. Εκεί υπάρχει το τραγικό στοιχείο…». Θεόδωρος Αγγελόπουλος 2009.
 ΠΗΓΗ www.lifebook.gr από το άρθρο του Δημήτρη Νικολάου Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου