Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

«Της ρούφηξαν τη ζωή στο Άουσβιτς»

Η 8η Απριλίου αποτελεί μέρα γιορτής για τους τσιγγάνους όλου του κόσμου, με παρελάσεις, πορείες και συγκεντρώσεις, σε τουλάχιστον 150 πόλεις του κόσμου, εις ανάμνηση του Πρώτου Παγκόσμιου Συνεδρίου τους, που έγινε στο Λονδίνο στις 8 Απριλίου 1971 και έθεσε τις βάσεις για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους από τη διεθνή κοινότητα.
Οι Τσιγγάνοι (Ρομά, όπως αυτοαποκαλούνται) είναι ένα έθνος 15.000.000 ψυχών, χωρίς κρατική υπόσταση, με βαρύ φόρο αίματος στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και ρατσιστική αντιμετώπιση στα μέρη όπου ζουν.

Με αφορμή την ημέρα αυτή δημοσιεύουμε άρθρο των Αντρέα Γκρούναου/Ειρήνη Αναστασοπούλου που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Deutsche Welle 

Ο παππούς και η γιαγιά του Μπόμπι Γκουτενμπέργκερ επέζησαν της γενοκτονίας των Σίντι και Ρομά από τους ναζί. Η γιαγιά του ήταν στο Άουσβιτς. Όταν την ρωτούσε για τον χαραγμένο αριθμό στο χέρι, εκείνη δεν απαντούσε.


Ο ήλιος είναι λαμπρός, αλλά ο αέρας παγωμένος. Μια λεπτομέρεια στο σκηνικό θανάτου που εκτυλίχθηκε πριν από πάνω από επτά δεκαετίες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Όταν στους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια εξοντώθηκαν δεκάδες χιλιάδες Σίντι και Ρομά. Δύο εκατομμύρια επισκέπτες έρχονται κάθε χρόνο εδώ. Εκείνο το πρωινό του Μαρτίου, 30 επισκέπτες από τη Βάδη Βυρτεμβέργη πατούν πάνω στα χνάρια των φυλακισμένων στην μεγάλη μπαράκα για τσιγγάνους στο Μπιρκενάου.

«Ψηλά συρματοπλέγματα…κρεματόρια»

Στο μνημείο για τους εδώ εκτοπισμένους Σίντι και Ρομά από την Στουτγάρδη βάζουν άσπρα λουλούδια. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Μπόμπι Γκουτενμπέργκερ. Ο παππούς και η γιαγιά του εκτοπίστηκαν εδώ. Οι συγγενείς τους εξοντώθηκαν, εκείνοι επέζησαν. Ήταν όλοι τους Γερμανοί πολίτες που πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για την πατρίδα. Αργότερα, οι εθνικοσοσιαλιστές τους έδιωξαν γιατί δεν ανήκαν στην άρια φυλή. Ο Μπόμπι, 31 ετών, είναι ο πρώτος από την οικογένειά του, που προσκυνά σε αυτόν τον μαρτυρικό τόπο. Η φωνή του πνίγεται μέσα από τα συναισθήματα. «Η ησυχία και το βάθος του τοπίου, είναι η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό» λέει. «Τα ψηλά συρματοπλέγματα, όπου γυρίσεις, κι όπου να δεις. Και μετά ξέρεις πόσο τρομερό ήταν όλα αυτό, όταν στέκεσαι μπροστά από τα κρεματόρια και κάπου φαντάζεσαι πως 1.000 φυλακισμένοι εξοντώνονταν μέσα σε αυτά κάθε μέρα. Δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια».

Σαν παιδί έζησε με τη γιαγιά του Μάρθα. Μετά το σχολείο την φρόντιζε και μέχρι σήμερα την φέρει μέσα του. Του έκανε εντύπωση ο αριθμός χαραγμένος στο μπράτσο της, Z 5656, και τη ρωτούσε συχνά. «Μου τον χάραξαν οι ναζί, μου έλεγε, και την ρωτούσα τι ήταν ακριβώς. Και κάποια στιγμή μου είπε, καλύτερα να μην μάθεις, δεν θέλω να αναφέρομαι σε αυτη τη περίοδο, και μετά δεν ξαναρώτησα. Κι όταν ξαναρωτούσα, πάλι δεν έπαιρνα απάντηση, και ήξερα ότι θα πρέπει να σιωπήσω, να σταματήσω να μιλάω».

Z, όπως Zigeuner, τσιγγάνος

Μπροστά από το νούμερο, το Ζ, Zigeuner, τσιγγάνος. «Όπως και το νούμερο της γιαγιάς Μάρθας», λέει ο Μπόμπι Γκουτενμπέργκερ. «Εκείνα τα χρόνια της ρούφηξαν όλη τη ζωή της, πέρασε βέβαια αργότερα ωραίες στιγμές, αλλά συχνά κλείνονταν στον εαυτό της, συλλογίζονταν ή έκλαιγε στα κρυφά. Οι μνήμες κρατούμενων να πεθαίνουν ουρλιάζοντας της χάραξαν τη ζωή μέχρι τον δικό της θάνατο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου