Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

FAZ: «Με την ματιά ενός αδέσποτου σκύλου»

«Ελληνικό μπλουζ, αμνησία και ένα νεκρό χρυσόψαρο -το "Greek Film Festival" στο Βερολίνο θα διεξαχθεί φέτος μόνον online»

Greek Film Festival

Το ρεπορτάζ του αναπληρωτή επικεφαλής της επιφυλλίδας της ε/φ FAZ Peter Körte αναφέρει, μεταξύ άλλων:

Ακόμα κι αν τα κρούσματα κορωνοϊού σχεδόν παντού μειώνονται, θα χρειαστεί κάποιος χρόνος για να ξαναλειτουργήσουν οι κινηματογράφοι. Όχι γιατί θα ήταν πολύ επικίνδυνο, αλλά γιατί αν δεν περάσει ένα χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων εβδομάδων, δεν θα υπάρχουν τόσο γρήγορα διαθέσιμες νέες ταινίες. Και χωρίς πραγματική επανεκκίνηση δεν αξίζει τον κόπο για τους κινηματογράφους, όπως κατέδειξε η σύντομη φάση ανοίγματος πέρυσι. Είναι παρήγορο το να προσφέρεται τουλάχιστον διαδικτυακά κάτι το ξεχωριστό. Το Greek Film Festival, το οποίο διεξάγεται στο Βερολίνο από το 2015 και το οποίο συνήθως πραγματοποιείται τον Ιανουάριο στον κινηματογράφο Babylon, θα παρουσιάσει από την επόμενη Τετάρτη διαδικτυακά δέκα ταινίες μεγάλου μήκους, τέσσερα ντοκιμαντέρ και τρεις ταινίες μικρού μήκους -και αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να επεκταθεί η εμβέλειά του πέρα από το Βερολίνο. Η Ελλάδα δεν είναι ένας κακός ταξιδιωτικός προορισμός και για τον λόγο ότι εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια, ταυτόχρονα με την κρίση χρέους της χώρας, παρήχθησαν εκεί συναρπαστικές, περίεργες, μοναδικές ταινίες.


Οι σκηνοθέτες τους, όπως η Αθηνά-Ραχήλ Τσαγγάρη ή ο Γιώργος Λάνθιμος είναι πλέον διεθνώς γνωστοί και -όπως ο Λάνθιμος με την αγγλοαμερικανική παραγωγή «The Favorite»- έχουν φτάσει ακόμη και κοντά στην κατάκτηση βραβείου Όσκαρ. Ωστόσο, το να μιλήσει κανείς για «ελληνικό παράξενο κύμα», όπως το χαρακτήρισαν στις αγγλοσαξονικές χώρες, είναι υπερβολικό. Από τη μία πλευρά γιατί, σύμφωνα με τον Λάνθιμο, πριν από δέκα χρόνια υπήρχε μόνο ένα κοινό στοιχείο: «Ότι δεν είχαμε χρήματα και έπρεπε να κάνουμε μικρές, φθηνές ταινίες». Από την άλλη πλευρά, γιατί δεν είναι όλες οι ελληνικές ταινίες «παράξενες».


Αυτό αντικατοπτρίζεται στο ανάμεικτο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να δει ένα ντοκιμαντέρ και μια ταινία μεγάλου μήκους για το ρεμπέτικο, το ελληνικό μπλουζ. Ή δύο ταινίες, στις οποίες οι κύριοι χαρακτήρες πάσχουν από αμνησία. Στα «Μήλα» του Χρήστου Νίκου συσσωρεύονται οι περιπτώσεις ξαφνικής αμνησίας. Ο πρωταγωνιστής, που παραμένει καθισμένος στο λεωφορείο στην τελευταία στάση της γραμμής και δεν ξέρει πλέον ποιος είναι, γίνεται δεκτός σε ένα «Πρόγραμμα Νέας Ταυτότητας». Θα πρέπει να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, από τη λήψη φωτογραφιών των εμπειριών του μέχρι τις εφήμερες ερωτικές σχέσεις του και με αυτά τα προκατασκευασμένα μέρη από τον εσωτερικό ψυχικό σχεδιαστή να διαμορφώσει την νέα του ύπαρξη.


Στην «Πράσινη Θάλασσα» της Αγγελικής Αντωνίου, μια γυναίκα έχει χάσει εκτός από την μνήμη της και την αίσθηση της γεύσης και της μυρωδιάς. Ωστόσο, γνωρίζει ακόμα πώς να μαγειρεύει. Εργάζεται σε μια θλιβερή ταβέρνα δίπλα στην θάλασσα και εντυπωσιάζει το κατά κύριο λόγο προλεταριακό της ακροατήριο -έως ότου κι αυτή, όπως ο άντρας που συνδέει την προτίμηση για τα μήλα με το παρελθόν του, αρχίζει να ανακαλεί πληροφορίες από την μνήμη της.


Και οι δύο ταινίες είναι καθαρά κινηματογραφικά έργα χωρίς εμπορικό προσανατολισμό, και οι δύο εξαντλούν την μεταφορική δυναμική της αμνησίας. Αλλά το ότι στην «Πράσινη Θάλασσα» παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο η Αγγελική Παπούλια, αποτελεί σε κάθε περίπτωση αξιοσημείωτο γεγονός. Είτε ως εκδικήτρια στην «Έκρηξη», ως κακόκεφη επιθεωρήτρια στο «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» ή στις ταινίες του Λάνθιμου έλκει τα βλέμματα σαν μαγνήτης, γιατί υπάρχει πάντοτε μια ένταση και ενέργεια που σπάνια συναντά κανείς.


Αποκορύφωμα του προγράμματος είναι σαφώς το «Kala azar» της Janis Rafa, μια ταινία που πρέπει να δει κάποιος αν ενδιαφέρεται για τις δυνατότητες του κινηματογράφου, για την οπτική αφήγηση που δεν είναι στερεωμένη στην ιστορία και τη λογική της πλοκής. Ο τίτλος ακούγεται ελληνικός, αλλά το «Kala azar» προέρχεται από τα Χίντι, σημαίνει «μαύρος πυρετός» και περιγράφει μια μολυσματική ασθένεια που μεταδίδεται από παράσιτα και πλήττει ζώα και ανθρώπους.


Η ασθένεια δεν αναφέρεται καν στην ταινία. Ένα ζευγάρι συλλέγει νεκρά ζώα από τους ιδιοκτήτες τους, τα αποτεφρώνει και φέρνει πίσω τις στάχτες. Οι δύο τους κινούνται μέσα σε ένα τοπίο από απροσδιόριστα μέρη, κάπου στα περίχωρα των πόλεων, και συχνά δεν είναι απολύτως σαφές τι συμβαίνει εκεί, μολονότι υπάρχει μια αναγνωρίσιμη ρουτίνα δραστηριοτήτων.


Η 37χρονη Janis Rafa, η οποία σπούδασε εικαστικές τέχνες στο Λιντς και το Άμστερνταμ και ξεκίνησε με έργα βίντεο και γλυπτά, αναζητά στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία την «μη ανθρωποκεντρική αντίληψη», όπως την αποκαλεί. Υπάρχει κάτι περιστασιακό στην νοσηρότητα και μερικές φορές τον παραλογισμό των σκηνών που δεν φαίνονται σε καμία περίπτωση κατασκευασμένες, όπως συμβαίνει σε παρόμοιες ταινίες -ούτε η γηραιά κυρία που δίνει το χρυσόψαρό της να αποτεφρωθεί, ούτε τα πλαίσια και τα ενοχλητικά αποσπάσματα της εικόνας που επιτρέπουν να δει κανείς τα γεγονότα διαφορετικά, ακόμα και από την οπτική ενός αδέσποτου σκύλου.


Το «Kala azar» γυρίστηκε πριν από την πανδημία, αλλά αν συνδυάσει κανείς το σήμα του τίτλου με την ματιά στα νεκρά σώματα των ζώων και τη θλίψη των ιδιοκτητών, προκύπτει μία περίεργη ανάδραση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.