Η ΟΕΚ και οι ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία και: 60 χρόνια πορείας, προσαρμογών και προκλήσεων
Άρθρο στο ΔΟΡΥΦΟΡΟ του Νίκου Αθανασιάδη*, γραμματέα του ΔΣ της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Γερμανίας (ΟΕΚ) με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυση της Ομοσπονδίας.
Η ιστορία τους αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι Έλληνες της διασποράς οργανώθηκαν και εξελίχθηκαν, ακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές μεταβολές στην Ευρώπη. Ωστόσο, είναι πολλές οι προκλήσεις για τις κοινότητες και την ΟΕΚ και η μελλοντική τους βιωσιμότητα θα εξαρτηθεί από την ανανέωση της οργανωτικής τους βάσης, την προσαρμογή στις ανάγκες της κοινωνίας και των νέων γενεών και τη σύνδεση με σύγχρονες μορφές δικτύωσης και συμμετοχής. Η ΟΕΚ, ως ιστορικός θεσμός, καλείται να μετασχηματιστεί από ένα παραδοσιακό όργανο εκπροσώπησης σε έναν σύγχρονο, ευέλικτο φορέα που θα εκφράζει ένα πολυδιάστατο και δυναμικό ελληνισμό της διασποράς.
Η γένεση των κοινοτήτων: η εποχή των «γκασταρμπάιτερ»
Επιχειρώντας μία σύντομη αναδρομή, η γένεση των κοινοτικών οργανώσεων πραγματοποιήθηκε ύστερα από τη μαζική μετανάστευση Ελλήνων εργατών σε συνέχεια της συμφωνίας Ελλάδας–Γερμανίας το 1960. Τότε ήταν που οι λεγόμενοι «γκασταρμπάιτερ» άρχισαν να συγκροτούν τις πρώτες κοινότητες με στόχους: την αλληλοβοήθεια, την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων και τη διατήρηση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ίδρυση της Ελληνικής Κοινότητας Κολωνίας το 1962, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στη συνδικαλιστική οργάνωση και εκπροσώπηση των Ελλήνων εργατών. Ταυτόχρονα βέβαια, οι κοινότητες αποτελούσαν χώρους συνάντησης, συναναστροφής, αλληλεπίδρασης των Ελλήνων και διασύνδεσης τους με την Ελλάδα.
Η ίδρυση και ο ρόλος της ΟΕΚ
Καθώς οι ελληνικές κοινότητες αυξάνονταν, το 1966 ιδρύεται η Ομοσπονδία
Ελληνικών Κοινοτήτων στη Γερμανία (ΟΕΚ), στο Φέλμπαχ (Fellbach), κοντά στη Στουτγάρδη, αποτελώντας τον κεντρικό φορέα εκπροσώπησης των
Ελλήνων μεταναστών, τον συντονιστή των δράσεων των κοινοτήτων και τον διαμεσολαβητή
με τις γερμανικές και ελληνικές αρχές.
Στην ακμή της, η ΟΕΚ απαριθμούσε ως μέλη περί τις 140–150 κοινότητες, με δεκάδες χιλιάδες ενεργούς συμμετέχοντες, αποτελώντας «πυλώνα ενότητας» του ελληνισμού στη Γερμανία.
Από την εγκατάσταση στην ενσωμάτωση
Κατά τις δεκαετίες 1970–1990, όταν οι ελληνικές κοινότητες πέρασαν από τη φάση της προσωρινής εγκατάστασης στη μόνιμη παρουσία, οι βασικές τους λειτουργίες διευρύνθηκαν. Συγκεκριμένα, προχώρησαν στη δημιουργία πολιτιστικών κέντρων και σχολείων, στην οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και στη στήριξη της δεύτερης γενιάς μεταναστών. Σήμερα, εκτιμάται ότι ζουν στη Γερμανία περί τους 450.000 Έλληνες, με υψηλό βαθμό κοινωνικής ενσωμάτωσης. Κοινότητες, όπως εκείνη του Βερολίνου, έχουν αναπτύξει δομές αυτοοργάνωσης και πολιτιστικής δραστηριότητας, διαδραματίζοντας σημαντικό κοινωνικό ρόλο ιδιαίτερα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.
Μετασχηματισμοί και κρίση εκπροσώπησης
Τα τελευταία 15–20 χρόνια παρατηρείται κρίση στη λειτουργία πολλών κοινοτήτων λόγω της μείωσης της συμμετοχής των μελών, της γήρανσης του ενεργού πληθυσμού, της γραφειοκρατικής αδράνειας, τη μετατροπής ορισμένων κοινοτήτων σε «τυπικές δομές» χωρίς ουσιαστική δράση και των χαρακτηριστικών του νέου κύματος των μεταναστών (της οικονομική κρίσης του 2010). Οι νέες γενιές Ελλήνων μεταναστών έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, διαφορετικές ανάγκες δικτύωσης και μικρότερη σύνδεση με τις παραδοσιακές κοινότητες.
Η ΟΕΚ στη σύγχρονη εποχή: προσαρμογή και μεταρρύθμιση
Η ΟΕΚ αντιμετωπίζει επίσης θεσμικές προκλήσεις, το καταστατικό της, ηλικίας περίπου 60 ετών, θεωρείται πλέον ξεπερασμένο και δυσλειτουργικό, γεγονός που οδήγησε σε προσπάθειες αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ΟΕΚ έχει πραγματοποιήσει προσπάθειες εκκαθάρισης μητρώων και αναδιοργάνωσης, ενίσχυσης της θεσμικής νομιμοποίησης, αναζήτησης του νέου ρόλου της σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όντας το μοναδικό δευτεροβάθμιο θεσμικό όργανο των ελληνικών κοινοτήτων στη Γερμανία.
Η συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυσή της αποτελεί ταυτόχρονα σημείο απολογισμού και επανεκκίνησης. Η παρουσία, η διαδρομή και το κύρος της δεν ήταν τυχαία, ούτε δεδομένη. Ήταν αποτέλεσμα συλλογικών αγώνων, προσπαθειών και θυσιών πολλών ανθρώπων. Και αυτή την παρακαταθήκη έχουμε ευθύνη όχι απλώς να τη διατηρήσουμε, αλλά να την εξελίξουμε με συλλογικότητα, υπευθυνότητα και διαφάνεια και μακριά από ατομικισμούς και προσωπικές στρατηγικές που αποδυναμώνουν το κοινό όραμα.
Η ΟΕΚ λοιπόν πρέπει να διαδραματίσει ακόμη πιο ενεργό ρόλο στα δρώμενα των παροικιών, συντονίζοντας και προτείνοντας κατευθύνσεις στις κοινότητες και βοηθώντας τες να προσαρμοστούν. Είναι σημαντικό να μην αρκεστεί η ΟΕΚ σε ρόλο διαχειριστή κοινοτικών υποθέσεων, αλλά να αποτελέσει φορέα ανανέωσης, συλλογικής συμμετοχής, προωθώντας ενωτικά τον ουσιαστικό διάλογο. Ακόμη και όταν υπάρχουν διαφορετικές ή και αντίθετες απόψεις, ο διάλογος αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας. Η ΟΕΚ οφείλει να ενδυναμώσει τη συνεργασία και την ενότητα ανάμεσα στις κοινότητες, αποφεύγοντας τον κατακερματισμό και ανταποκρινόμενη στις νέες συνθήκες.
Οι κοινωνίες αλλάζουν ραγδαία. Ζούμε σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας, γεμάτη αντιφάσεις, κοινωνικές εντάσεις και διεθνείς συγκρούσεις. Γύρω μας εξελίσσονται πόλεμοι, κρίσεις και ανακατατάξεις που δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας και προβληματισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γίνεται ακόμη πιο αναγκαίο να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο και τη λειτουργία της ΟΕΚ και των κοινοτήτων. Οι ανάγκες του μετανάστη της δεκαετίας του ’60 δεν είναι οι ίδιες με αυτές του σημερινού. Το γεγονός αυτό, δεν σημαίνει ότι ο ρόλος των κοινοτήτων και της ΟΕΚ έχει εκλείψει.
Οι κοινότητες δεν πρόκειται να ανακτήσουν την μαζικότητα του παρελθόντος.
Όμως, τα προβλήματα των μεταναστών δεν έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν πολλές
προκλήσεις στους τομείς της εκπαίδευσης, της εργασίας, της στέγασης, της
αναγνώρισης τίτλων σπουδών και των κοινωνικών δικαιωμάτων και οι ελληνικές
κοινότητες και η ΟΕΚ οφείλουν να ανταποκριθούν, υιοθετώντας μια πιο σύγχρονη και δυναμική
προσέγγιση με διεκδικητικό προσανατολισμό. Σε μια εποχή, όπου η κοινωνική
ένταξη (Integration), η ουσιαστική συμμετοχή (Partizipation), η άνοδος
του ρατσισμού, οι διευρυνόμενες ανισότητες, η κλιματική κρίση και η πρόσβαση σε
κοινωνικά δικαιώματα, βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη
Γερμανία και οι κοινότητες και η ΟΕΚ οφείλουν να αρθρώσουν πολιτικό λόγο,
εκπροσωπώντας συλλογικά τις ανάγκες και τα δικαιώματα των μελών τους, ιδίως των
νεότερων γενεών, της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης.
Ο ρόλος των κοινοτήτων και της ΟΕΚ μπορεί να επαναπροσδιοριστεί και οι κοινωνικές
και οι δημογραφικές αλλαγές να αντιμετωπιστούν με την αναγνώριση της ποικιλομορφίας
της ελληνικής διασποράς και της ανάγκης ενίσχυσης της συμμετοχής της τρίτης και
τέταρτης γενιάς και των μεταναστών της δημοσιονομικής κρίσης. Μέσω της οργάνωσης
στοχευμένων δράσεων που αφορούν στην ενημέρωση για εργασιακά δικαιώματα,
ευκαιρίες απασχόλησης, δυνατότητες εκπαίδευσης και κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα
και που έχουν αντίκτυπο στην καθημερινότητα, οι κοινότητες και η ΟΕΚ μπορούν να
επιτελέσουν σημαντικές λειτουργίες και αποστολή. Οι δε, προκλήσεις της ψηφιακής
εποχής μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ψηφιακό μετασχηματισμό των κοινοτήτων και της
ΟΕΚ, με την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων σε διαδικτυακές πλατφόρμες και την αλλαγή
του τρόπου συμμετοχής των μελών. Τα ζητήματα της ελληνικής ταυτότητας
και πολιτισμού μπορεί να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα των διαφορετικών
εκφράσεων της «ελληνικότητας» σε πολυπολιτισμικό πλαίσιο. Τέλος, το ζήτημα της
εκπροσώπησης μπορεί να επιλυθεί μέσω της ανανέωσης της ενίσχυσης της συμμετοχής
των νέων στα κοινοτικά δρώμενα. Οι κοινότητες και η ΟΕΚ μπορούν να καλλιεργήσουν
διαφορετικά επίπεδα συμμετοχής όπως:
- της ουσιαστικής συμμετοχής
και ένταξης με δικαιώματα (Teilhabe),
- της απλής συμμετοχής
/παρουσίας σε δράση (Teilnahme),
- της συνεργασίας με
γερμανικούς και ευρωπαϊκούς φορείς και της
- συνεργασίας με άλλες μεταναστευτικές οργανώσεις και φορείς.
Συμπέρασμα
Παρά τις δυσκολίες, είναι κρίσιμης σημασίας οι ελληνικές κοινότητες στη
Γερμανία, καθώς και η ΟΕΚ, να συνεχίσουν να λειτουργούν ως φορείς πολιτισμού
και συλλογικής δράσης. Η βιωσιμότητά τους στο μέλλον θα εξαρτηθεί από την
ικανότητά τους να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους και να μετασχηματιστούν σε
σύγχρονους οργανισμούς, που θα εκφράζουν τον ζωντανό και δυναμικό ελληνισμό της
διασποράς. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να αναπαράγεται το παρελθόν, αλλά να δημιουργούνται
οι προϋποθέσεις για ένα νέο μέλλον με συμμετοχή, ευθύνη, συλλογική βούληση και
δέσμευση.
Υ.Γ.: Τα ανωτέρω εκφράζουν αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν επίσημες θέσεις της ΟΕΚ.
* Νίκος Αθανασιάδης
Βιογραφικό Σημείωμα
Πτυχιούχος Πληροφορικής- Πολυτεχνείο Βερολίνου(Dipl. Informatiker – TU Berlin), με πολυετή ενεργή παρουσία στον χώρο των μεταναστευτικών οργανώσεων, της εκπαίδευσης και του πολιτισμού στην Γερμανία.
- Από το 2009 μέλος του Προεδρείου της ΟΕΚ, και από το 2016 Γραμματέας.
- Πρώην αντιπρόεδρος και από το 2022 πρόεδρος της συνομοσπονδίας μεταναστευτικών Ομοσπονδιών στην Γερμανία (BAGIV e.V).
- Ιδρυτικό μέλος (2014) και μέλος του Δ. Σ., της Ομοσπονδίας Διαπολιτισμικής Κοινωνικής Πρόνοιας, Ενδυνάμωσης και Πολυμορφίας (VIW e.V).
- Ιδρυτικό μέλος(2017) Ομοσπονδιακό Δίκτυο Γονέων Μεταναστευτικών οργανώσεων για την Εκπαίδευση και τη Συμμετοχή (bbt e.V.).
- Πρόεδρος(2012-2016) του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων Βερολίνου.
- Ενεργή συμμετοχή στην ομάδα πρωτοβουλίας γονέων για την ίδρυση του Κρατικού Ευρωπαϊκού δίγλωσσου Σχολείου στο Βερολίνο (ΚΕΣΒ- SESB) και για πολλά χρόνια μέλος του συλλόγου στήριξης του σχολείου.
- Ιδρυτικό μέλος του συλλόγου Ποντίων Βερολίνου «Υψηλάντηδες», υπηρετώντας τον σύλλογο από την θέση του Προέδρου όσο και από άλλες θέσεις του Δ.Σ. και για πολλά χρόνια χοροδιδάσκαλος του χορευτικού τμήματος του συλλόγου.
- Ιδρυτικό μέλος (1976) της Ελληνικής Δημοκρατικής Κοινότητας του Βερολίνου (αργότερα Ελληνική Κοινότητα). Επί σειρά ετών μέλος του Δ. Σ. και ως υπεύθυνος του πολιτιστικού τμήματος και χοροδιδάσκαλος. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, δίδαξα ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
- Ιδρυτικό μέλος και χορευτής του πρώτου ποντιακού χορευτικού συγκροτήματος στη Γερμανία, στη Στουτγάρδη στα τέλη του 1973, με πολυάριθμες εμφανίσεις στην ευρύτερη περιοχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.