«Καθηγητής Johannes Kaspar: “Το ποινικό δίκαιο δεν είναι πανάκεια – Η αυστηροποίηση των ποινών δεν φέρνει ασφάλεια”»
«Ο καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ αναλύει
στο «Δορυφόρο» τις πραγματικές τάσεις της εγκληματικότητας στη Γερμανία,
καταρρίπτει μύθους για τη μετανάστευση και εξηγεί γιατί η αυστηροποίηση των
ποινών δεν αποτελεί λύση.»
Διαβάστε παρακάτω την ελεύθερη απόδοση της συνέντευξης στα ελληνικά. Το πρωτότυπο γερμανικό κείμενο είναι διαθέσιμο
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)
| Ο καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ Johannes Kaspar |
Εγκληματολογικές τάσεις στη Γερμανία & εγκληματική στατιστική
1. Κύριε Καθηγητά, αν
εξετάσουμε το εγκληματολογικό τοπίο στη σημερινή Γερμανία: Ποιες είναι αυτή τη
στιγμή οι πιο αξιοσημείωτες τάσεις και πώς έχουν αλλάξει οι μορφές
εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια;
Δεν βλέπουμε εδώ
βραχυπρόθεσμες αλλαγές, αλλά μάλλον μακροπρόθεσμες τάσεις. Μία από αυτές είναι
το γεγονός ότι ο τομέας του ηλεκτρονικού εγκλήματος (Cybercrime) έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια. Αυτό αφορά,
αφενός, το ηλεκτρονικό έγκλημα υπό την στενή έννοια, δηλαδή τον τομέα «νέων»
αδικημάτων όπως το παράνομο hacking, τα οποία
δημιουργήθηκαν εξ αρχής στο πλαίσιο της εξέλιξης της τεχνολογίας των
πληροφοριών. Αύξηση όμως παρατηρείται και στην τέλεση παραδοσιακών εγκλημάτων,
όπως για παράδειγμα η απάτη, με τη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής — όπως μέσω
της αξιοποίησης παραπλανητικά αληθοφανών εγγραφών βίντεο ή ήχου (τα λεγόμενα «Deepfakes»).
Ένας τομέας που διώκεται
εντατικότερα και προβάλλεται περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν είναι η
οικονομική εγκληματικότητα, ιδιαίτερα με τη μορφή της οργανωμένης εταιρικής
εγκληματικότητας. Το αργότερο από το σκάνδαλο διαφθοράς της Siemens, ο προσανατολισμός της ποινικής δίωξης αλλά και
της αντεγκληματικής πολιτικής επικεντρώθηκε εντονότερα από ό,τι πριν σε αυτή
την κατηγορία αδικημάτων, κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Υποθέσεις όπως η
περίπτωση της Wirecard ή το
σκάνδαλο "Dieselgate" της
Volkswagen συνέβαλαν στο να μην
ατονήσουν οι συζητήσεις· εξακολουθεί να εξετάζεται η αυστηροποίηση των κυρώσεων
σε βάρος επιχειρήσεων.
Εκείνο που αντίθετα δεν
μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι μια αύξηση των βίαιων εγκλημάτων: Ο αριθμός των
επισήμως καταγεγραμμένων αδικημάτων (οι οποίοι ούτως ή άλλως αποτυπώνουν μόνο
την λεγόμενη «εμφανή εγκληματικότητα» / Hellfeld) διακυμάνθηκε τα τελευταία χρόνια και δεκαετίες.
Οι μελέτες του «σκοτεινού αριθμού» (αφανούς εγκληματικότητας / Dunkelfeld) δείχνουν, πρώτον, ότι πολλά αδικήματα αυτού του
τομέα δεν καταγγέλλονται καν και συνεπώς δεν περιλαμβάνονται στη στατιστική,
και δεύτερον, ότι (αντίθετα με την κοινή γνώμη) δεν υπάρχει αδιάλειπτη αύξηση
των εγκλημάτων βίας. Η «αισθητή» απειλή που νιώθουν πολλοί άνθρωποι λόγω της
υποτιθέμενης αύξησης της βίας (η οποία επηρεάζεται μεταξύ άλλων και από την
κάλυψη των ΜΜΕ) δεν συνάδει επομένως με την πραγματική εικόνα.
Μια πρόσφατη εξέλιξη είναι η
μερική αποποινικοποίηση της κατοχής κάνναβης σε μικρές ποσότητες για προσωπική
χρήση, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2024. Εικάζεται ότι μόνο εξαιτίας
αυτού, ο όγκος της καταγεγραμμένης εγκληματικότητας μειώθηκε κατά μερικές
ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2024 και 2025. Μένει να φανεί αν ο νέος κυβερνητικός
συνασπισμός θα ανατρέψει αυτή τη ρύθμιση. Οι επιπτώσεις της μεταρρύθμισης
εξετάζονται αυτή τη στιγμή στο πλαίσιο αρκετών μελετών, μεταξύ των οποίων και
από εμένα και την ερευνητική μου ομάδα στο Άουγκσμπουργκ.
2. Σε ποιο βαθμό μπορούμε να
μιλάμε για έναν «εθνικό χαρακτήρα» ή για συγκεκριμένες γερμανικές
ιδιαιτερότητες στη δομή της εγκληματικότητας ή στην εγκληματολογία ως επιστήμη;
Όσον αφορά τη δομή των
αδικημάτων, θεωρώ ότι στη Γερμανία δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη άλλων
δυτικοευρωπαϊκών χωρών: Το μεγαλύτερο μέρος των αδικημάτων αφορά εγκλήματα κατά
της ιδιοκτησίας και της περιουσίας· μόνο οι κλοπές αντιπροσωπεύουν στη Γερμανία
περίπου το 30% των καταγεγραμμένων αδικημάτων. Συνολικά κυριαρχούν ελαφρά έως
μέσης βαρύτητας αδικήματα· πολλές υποθέσεις αρχειοθετούνται ήδη από την
Εισαγγελία λόγω ασημαντότητας (Geringfügigkeit). Η εγκληματικότητα βίας είναι ευτυχώς ένα σχετικά
σπάνιο φαινόμενο και αντιπροσωπεύει στην εγκληματική στατιστική μόλις το 2-3%
των αδικημάτων· αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τις ανθρωποκτονίες, όπου το
αντίστοιχο ποσοστό είναι αισθητά χαμηλότερο.
Όσον αφορά τη θέση της
Εγκληματολογίας ως επιστήμης στη Γερμανία, η εικόνα είναι μικτή: Η
εγκληματολογική εμπειρογνωμοσύνη, κυρίως υπό τη μορφή της εμπειρικής έρευνας,
είναι περιζήτητη όταν πρόκειται για μεταρρυθμίσεις στην αντεγκληματική πολιτική
και τη νέα ποινική νομοθεσία, δεδομένου ότι το θέμα της εξέλιξης της
εγκληματικότητας απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη. Αυτό φαίνεται στο παράδειγμα
της κάνναβης που ανέφερα παραπάνω.
Ένα μεγάλο πλεονέκτημα του
γερμανικού εγκληματολογικού τοπίου είναι τα ισχυρά ερευνητικά ινστιτούτα, όπως
η Κεντρική Εγκληματολογική Υπηρεσία (Kriminologische Zentralstelle) στο Βισμπάντεν ή το Εγκληματολογικό Ερευνητικό
Ινστιτούτο Κάτω Σαξονίας (Kriminologisches Forschungsinstitut Niedersachsen) στο Αννόβερο. Τα
ινστιτούτα αυτά διεξάγουν τακτικά εκτεταμένα εμπειρικά ερευνητικά προγράμματα
γύρω από το φαινόμενο της εγκληματικότητας και εμπλουτίζουν διαρκώς τις γνώσεις
μας για τη γένεση και την πρόληψη των εγκλημάτων.
Ένα πρόβλημα της γερμανικής
Εγκληματολογίας, ωστόσο, είναι ότι - σε αντίθεση με τις ΗΠΑ— παραδοσιακά δεν
είναι επαρκώς θεμελιωμένη σε κλάδους που διεξάγουν εμπειρική έρευνα, όπως η
Ψυχολογία ή η Κοινωνιολογία, αλλά είναι επιστημονικά στενά συνδεδεμένη με τις
Νομικές Σχολές. Αυτό έχει το μειονέκτημα ότι εδρεύει πάντα ο κίνδυνος οι
αντίστοιχες πανεπιστημιακές έδρες να μην πληρούνται εκ νέου με εγκληματολογικό
προσανατολισμό, αλλά, ανάλογα με τις εκάστοτε τοπικές ανάγκες, με αμιγώς
δογματικό-νομικό προσανατολισμό. Επίσης, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγοι
Εγκληματο-Κοινωνιολόγοι και Εγκληματο-Ψυχολογοι. Η Εγκληματολογία, ως μια
σχετικά μικρή και διεπιστημονική επιστήμη, απειλείται επομένως διαρκώς στη
Γερμανία με ακαδημαϊκή εξαφάνιση.
Η εγκληματική στατιστική
και η χρήση της
| Άποψη από τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ |
3. Η Αστυνομική Εγκληματική
Στατιστική (PKS)
συζητείται έντονα κάθε χρόνο στα ΜΜΕ. Πόσο ουσιαστική και αξιόπιστη είναι
πραγματικά αυτή η στατιστική από εγκληματολογική σκοπιά, ιδιαίτερα όσον αφορά
τον λεγόμενο «σκοτεινό αριθμό» (Dunkelfeld);
Εμείς, ως εγκληματολόγοι,
παρακολουθούμε κάθε χρόνο με έκπληξη (για να το διατυπώσω ήπια) το πόσο
απλουστευτικά αλλά και δραματοποιημένα παρουσιάζονται τα στοιχεία της PKS, τόσο στα ΜΜΕ όσο και στις δηλώσεις πολιτικών.
Λέγεται συνεχώς ότι «η εγκληματικότητα βίας» ή «οι διαρρήξεις» αυξήθηκαν.
Σχεδόν πάντα η προσοχή εστιάζεται στην (υποτιθέμενη) αύξηση μιας μορφής
αδικήματος — σχεδόν ποτέ δεν προβάλλεται το γεγονός ότι οι αριθμοί σε έναν
άλλον τομέα αδικημάτων μειώθηκαν. Προφανώς, οι αρνητικές και δραματικές
ειδήσεις πουλούν καλύτερα.
Και σπάνια διευκρινίζεται
επαρκώς ότι τα στοιχεία της PKS δεν έχουν απολύτως καμία
αποδεικτική αξία για την πραγματική εξέλιξη της εγκληματικότητας· πρέπει να το
πούμε πραγματικά τόσο ξεκάθαρα. Εδώ αποτυπώνεται εκ φύσεως μόνο η «εμφανής
εγκληματικότητα» (Hellfeld), δηλαδή μόνο το μέρος των εγκλημάτων που έγινε καθόλου γνωστό στις αρχές
μέσω καταγγελιών ή μέσω των ερευνών της ίδιας της αστυνομίας. Η PKS αποτελεί συνεπώς περισσότερο είδος «απολογισμού
εργασιών» της αστυνομίας και τίποτα παραπάνω. Η στατιστική δεν μπορεί να
διατυπώσει καμία κρίση για την εξέλιξη της εγκληματικότητας στον λεγόμενο
«σκοτεινό αριθμό» (Dunkelfeld). Όπως το είχε διατυπώσει ένας συνάδελφος, είναι το «τενεκεδένιο» και όχι
το «χρυσό πρότυπο» (gold standard), αν θέλει κανείς να βγάλει συμπεράσματα για την
πραγματική έκταση της εγκληματικότητας.
Γνωρίζουμε από την έρευνα
του σκοτεινού αριθμού ότι πολλά (ακόμη και σοβαρά) αδικήματα δεν καταγγέλλονται
από τα θύματα. Και ότι στον σκοτεινό αριθμό μπορεί να εμφανίζονται εντελώς
διαφορετικές τάσεις από ό,τι στη στατιστική. Για παράδειγμα, στα τέλη της
δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπήρξε μια σημαντική
αύξηση των εγκλημάτων βίας στη στατιστική, η οποία όμως βασιζόταν κυρίως στο
γεγονός ότι υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για το φαινόμενο και
καταγγέλλονταν περισσότερες πράξεις — στις μελέτες του σκοτεινού αριθμού την
ίδια ακριβώς περίοδο καταγραφόταν μείωση της εγκληματικότητας βίας. Όμως αυτό
δεν έφτασε ποτέ στα ΜΜΕ, παρά τις συνεχείς προσπάθειές μας ως επιστημόνων να
διαφωτίσουμε την κοινή γνώμη για αυτές τις συσχετίσεις και το υπόβαθρό τους.
4. Χρησιμοποιείται η
εγκληματική στατιστική στη Γερμανία αποτελεσματικά από την πολιτική για τη
διαμόρφωση της πρόληψης και της νομοθεσίας, ή χρησιμεύει περισσότερο ως
πολιτικό εργαλείο;
| Άποψη από τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ |
Για να είμαστε ειλικρινείς,
η αποδεικτική αξία της στατιστικής, όπως μόλις ανέφερα, είναι τόσο περιορισμένη
που δεν θα ήταν καθόλου σκόπιμο να ασκείται αντεγκληματική πολιτική βασισμένη
αποκλειστικά σε αυτήν. Αν κανείς εννοεί σοβαρά την τεκμηριωμένη (βάσει
ενδείξεων/στοιχείων) αντεγκληματική πολιτική (evidenzbasierte Kriminalpolitik), θα έπρεπε οπωσδήποτε να
συνυπολογίζει και άλλες διαθέσιμες εμπειρικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων
εκείνων από τον τομέα της έρευνας του σκοτεινού αριθμού. Αυτό όμως συχνά δεν
συμβαίνει.
Η εντύπωσή μου είναι ότι
ειδικά η PKS χρησιμοποιείται εν μέρει
από πολιτικής πλευράς προκειμένου να δικαιολογηθεί μια υποτιθέμενη ανάγκη λήψης
αντεγκληματικών μέτρων (που σχεδόν πάντα σημαίνει ανάγκη αυστηροποίησης), η
οποία δεν προκύπτει καθόλου από τους αριθμούς. Τόσο περισσότερο απαραίτητοι
είμαστε εμείς οι εγκληματολόγοι για να το ξεκαθαρίζουμε αυτό συνεχώς. Δεν
υπάρχει κανένας λόγος δραματοποίησης των καταστάσεων, παρόλο που φυσικά
παραμένει σημαντικό μελήματα η πρόληψη του εγκλήματος και η προστασία των
(δυνητικών) θυμάτων.
5. Ως ειδικός στο Δίκαιο των
Ποινικών Κυρώσεων, ποιος είναι ο ρόλος τους σήμερα; Υπάρχει στη Γερμανία μια
τάση προς αυστηρότερες ποινές ή, από εγκληματολογική σκοπιά, δίνεται βάρος στην
επανένταξη;
Και από αυτή την άποψη
υπάρχουν μακροπρόθεσμες τάσεις. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε στη
Γερμανία μεγάλη προσπάθεια για τον φιλελευθερισμό του ποινικού δικαίου, ο
οποίος υλοποιήθηκε με τις μεγάλες ποινικές μεταρρυθμίσεις στα τέλη της
δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εκεί στο επίκεντρο
βρισκόταν ολοκάθαρα η κοινωνική επανένταξη (Resozialisierung) των εγκληματιών. Αυτό διαμορφώνει το γερμανικό
σύστημα μέχρι σήμερα: Η επανένταξη είναι ένας αναγνωρισμένος και τονισμένος από
το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο σκοπός της ποινής, ο οποίος επιπλέον
είναι κατοχυρωμένος στους σωφρονιστικούς νόμους των ομόσπονδων κρατιδίων ως
στόχος της έκτισης.
Παρ' όλα αυτά, οι δυνάμεις
έχουν μετατοπιστεί: Παρπουσιάζεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μια
επαναφορά της ιδέας της αυστηρότερης τιμώρησης των δραστών, κυρίως υπό τη
σκοπιά της προστασίας του κοινωνικού συνόλου — παρόλο που δεν υπήρχαν ενδείξεις
για πραγματική αύξηση της σοβαρής εγκληματικότητας. Αυτό συνεχίζεται μέχρι
σήμερα: Η αντεγκληματική πολιτική, και ιδιαίτερα η δραστηριότητα του νομοθέτη,
χαρακτηρίζεται έντονα από τη διεύρυνση και την αυστηροποίηση του ποινικού
δικαίου — παρόλο που η πλειονότητα των εγκληματολόγων αντιμετωπίζει τη
χρησιμότητα τέτοιων μέτρων μάλλον σκεπτικιστικά.
Είναι ενδιαφέρον ότι δεν
μπορούμε να διαπιστώσουμε μια παρόμοια τιμωρητική τάση (punitive Tendenz) στην πρακτική επιβολής των
κυρώσεων (μέχρι στιγμής): Όπως και πριν, στη Γερμανία δεσπόζει η χρηματική
ποινή, η οποία επιβάλλεται στο 85% των καταδικαστικών αποφάσεων. Μόνο στο 15%
των καταδικαστικών αποφάσεων επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή (φυλάκιση),
και αυτή στις 2/3 των περιπτώσεων αναστέλλεται υπό όρο. Επίσης, ο «δείκτης
κρατουμένων», δηλαδή η αναλογία των φυλακισμένων ανά 100.000 κατοίκους,
βρίσκεται στη Γερμανία στο συγκριτικά χαμηλό επίπεδο του 69· στην Ελλάδα ο
δείκτης αυτός βρίσκεται γύρω στο 120, ενώ στις ΗΠΑ ξεπερνά το 540.
Επομένως, η ποινή φυλάκισης
χωρίς αναστολή επιβάλλεται στη Γερμανία (απολύτως δικαιολογημένα, λόγω των
πιθανών βλαβερών παρενεργειών της) μόνο ως «ultima ratio», δηλαδή ως έσχατο μέσο.
Εκείνο που αντίθετα σημείωσε
τάση αύξησης τα τελευταία 30 χρόνια στη Γερμανία είναι ο αριθμός των ατόμων που
εισάγονται σε λεγόμενα μέτρα θεραπείας και ασφαλείας (Maßregel der Besserung und Sicherung), π.χ. σε περίπτωση
ανικανότητας για καταλογισμό ή μειωμένου καταλογισμού σε ψυχιατρικό
θεραπευτήριο. Εδώ διαφαίνεται το προαναφερθέν φαινόμενο ενός αυξανόμενου
προσανατολισμού του ποινικού δικαίου προς την ασφάλεια. Αυτό ως βάση είναι
απολύτως θεμιτό, διότι το κράτος έχει καθήκον να προστατεύει τους πολίτες του.
Το αν με αυτές τις κυρώσεις στοχεύει πάντα τα σωστά άτομα, τα οποία είναι
πράγματι «επικίνδυνα», είναι μια άλλη ιστορία — γνωρίζουμε από την έρευνα ότι
οι προγνώσεις επικινδυνότητας στο ποινικό δίκαιο είναι ρέπουσες σε σφάλματα,
και μάλιστα κυρίως προς μία κατεύθυνση: τις περισσότερες φορές η επικινδυνότητα
υπερεκτιμάται.
Μετανάστευση, εγκληματικότητα
και η Ελληνική παροικία
| Ο καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ Johannes Kaspar |
6. Το θέμα της μετανάστευσης
και της εγκληματικότητας βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Τι λέει η εγκληματολογική έρευνα για τη σχέση μεταξύ καταγωγής και ποσοστού
εγκληματικότητας;
Το θέμα είναι ιδιαίτερα
σύνθετο και συζητείται έντονα και με αντιπαραθέσεις στη Γερμανία εδώ και αρκετό
καιρό, αλλά και σήμερα — δυστυχώς συχνά χωρίς επαρκείς πληροφορίες υποβάθρου
και με λαϊκιστικές παραμορφώσεις.
Βλέπουμε στην αστυνομική
στατιστική ότι σε περίπου 40% της καταγεγραμμένης εγκληματικότητας εντοπίζονται
αλλοδαποί ύποπτοι. Επίσης, στις δικαστικές καταδίκες, αλλά πλέον και μεταξύ των
κρατουμένων στο σωφρονιστικό σύστημα, το ποσοστό των αλλοδαπών ανέρχεται σε
περίπου 40%. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το ποσοστό των αλλοδαπών στον μόνιμο
πληθυσμό είναι περίπου 15%, αυτό ακούγεται ως μια δραματική υπερεκπροσώπηση,
και από αυτό ορισμένοι συμπεραίνουν ότι «οι αλλοδαποί» είναι πιο εγκληματικοί
από τους Γερμανούς.
Ωστόσο, δεν πρέπει να
συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα: Η ομάδα των αλλοδαπών δραστών είναι πολύ
ετερογενής και περιλαμβάνει επίσης αλλοδαπούς τουρίστες ή παράτυπους
μετανάστες, οι οποίοι ακριβώς δεν προσμετρώνται στον μόνιμο πληθυσμό. Ήδη για
αυτόν τον λόγο απαγορεύεται η χρήση του μόνιμου πληθυσμού ως μέτρου σύγκρισης.
Σημαντικό είναι επίσης το
γεγονός ότι η ομάδα των αλλοδαπών στη Γερμανία διαφέρει σημαντικά ως προς τη
σύνθεσή της από τον γερμανικό πληθυσμό: Κατά μέσο όρο, ανάμεσα στους αλλοδαπούς
υπάρχουν περισσότερα νεαρά άτομα και περισσότεροι άνδρες — και τα δύο αυτά
στοιχεία συνδέονται στατιστικά (εντελώς ανεξάρτητα από την υπηκοότητα) με
αυξημένη τέλεση αδικημάτων. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι οι αλλοδαποί
στη Γερμανία παρουσιάζουν κατά μέσο όρο χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και
χαμηλότερο εισόδημα — τέτοιοι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες αυξάνουν επίσης
(και πάλι ανεξάρτητα από την υπηκοότητα) τον κίνδυνο εγκληματικότητας.
Τέλος, είναι επίσης πιθανό
(και υποστηρίζεται από εμπειρικές μελέτες) ότι άτομα που εκλαμβάνονται ως
«αλλοδαποί» υπόκεινται σε αυξημένη αστυνομική εντατικότητα ελέγχων και σε
αυξημένη διάθεση υποβολής καταγγελιών από τρίτους — και τα δύο αυξάνουν την πιθανότητα
η εγκληματικότητα να μεταφερθεί από τον σκοτεινό αριθμό (Dunkelfeld) στην εμφανή εγκληματικότητα (Hellfeld) και έτσι να καταγραφεί στατιστικά. Με λίγα λόγια:
υπάρχουν πολλοί λόγοι για την εγκληματικότητα, οι οποίοι συνδέονται στενά με
την κοινωνική ενσωμάτωση ενός ατόμου, αλλά το διαβατήριο δεν παίζει καθοριστικό
ρόλο σε αυτό.
Παρόλα αυτά, στην
Εγκληματολογία υπήρχε πάντα η προσπάθεια για την ερμηνεία ειδικά της
εγκληματικότητας των αλλοδαπών. Ένα κλασικό παράδειγμα ως προς αυτό είναι η θεωρία
της πολιτισμικής σύγκρουσης (Kulturkonfliktstheorie) του Αμερικανού εγκληματολόγου Torsten Sellin, την οποία διατύπωσε ήδη από το 1938. Υπέθεσε ότι
η εγκληματικότητα των μεταναστών στις ΗΠΑ από τις αρχές του 20ού αιώνα
προέκυπτε, μεταξύ άλλων, από μια ασυμφωνία κανόνων και αξιών μεταξύ της αρχικής
χώρας καταγωγής αφενός και της χώρας υποδοχής (εδώ: των ΗΠΑ) αφετέρου.
Το αν αυτό μπορεί να
μεταφερθεί στη Γερμανία με τη δική της, εντελώς διαφορετική μεταναστευτική
ιστορία, είναι ωστόσο αμφίβολο. Εν πάση περιπτώσει, προκαλεί εντύπωση το
γεγονός ότι η πρώτη γενιά μεταναστών στη Γερμανία (στην οποία μια τέτοια
σύγκρουση θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα έντονη) παρέμεινε εξαιρετικά αμελητέα
όσον αφορά την εγκληματικότητα. Μόνο η δεύτερη και η τρίτη γενιά παρουσίασαν
υπερεκπροσώπηση, γεγονός που στη συνέχεια εξηγείται εν μέρει με μια αμιγώς
«εσωτερική» σύγκρουση: Το πρόβλημα δεν είναι τόσο μια άμεση ασυμφωνία μεταξύ
κανόνων και αξιών, όσο ένα γενικότερο αίσθημα έλλειψης προσανατολισμού, το
οποίο, παράλληλα με άλλα κοινωνικά προβλήματα και την «πίεση προσαρμογής» της
γερμανικής κοινωνίας, μπορεί να δημιουργήσει στρες και στη συνέχεια να οδηγήσει
σε αξιόποινες πράξεις.
Μπορεί κανείς να θέσει το
ερώτημα αν το τελευταίο περιγράφει πράγματι ακόμα μια «πολιτισμική σύγκρουση» ή
μάλλον τη γενική διαπίστωση ότι τα κοινωνικά προβλήματα συνδέονται με την
εγκληματικότητα. Ως απόσταγμα, μπορεί κανείς να πει: Η ρήση του διάσημου εγκληματολόγου
Franz von Liszt, σύμφωνα με την οποία η καλύτερη αντεγκληματική
πολιτική είναι μια καλή κοινωνική πολιτική (και όχι η συνεχώς εφαρμοζόμενη
διεύρυνση και αυστηροποίηση του ποινικού δικαίου!), επιβεβαιώνεται στη μεγάλη
της σοφία και εδώ. Τίποτα δεν προστατεύει καλύτερα από την εγκληματικότητα
αλλοδαπών στη Γερμανία από τις όσο το δυνατόν καλύτερες συνθήκες για την
κοινωνική και επαγγελματική τους ενσωμάτωση.
Στη
Γερμανία ζει μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης.
Εμφανίζονται οι Ελληνίδες και οι Έλληνες στις γερμανικές στατιστικές ως μια
ομάδα που απασχολεί τις αρχές ή θεωρούνται εγκληματολογικά «απαρατήρητοι» και
καλά ενσωματωμένοι;
Η εγκληματικότητα ειδικά των
Ελλήνων υπηκόων δικαίως δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα ούτε από
εγκληματολογικής ούτε από αντεγκληματικής πλευράς. Τα διαθέσιμα στοιχεία
δείχνουν επίσης το γιατί συμβαίνει αυτό:
Το έτος 2025 καταγράφηκαν
περίπου 820.000 αλλοδαποί ύποπτοι, εκ των οποίων περίπου 8.600 είχαν την
ελληνική ιθαγένεια, πράγμα που αντιστοιχεί σε ποσοστό 1,1%. Στο επίπεδο των
δικαστικών καταδικών εμφανίζεται μια παρόμοια εικόνα: Από τα περίπου 250.000 αλλοδαπά
άτομα που καταδικάστηκαν σε ποινή το 2025, τα 3.200 είχαν την ελληνική
ιθαγένεια, δηλαδή ποσοστό 1,3%.
Τέλος, αν κοιτάξει κανείς το
σωφρονιστικό σύστημα (έκτιση ποινών), διαφαίνεται ότι από τα 16.800 αλλοδαπά
άτομα που ήταν κρατούμενα κατά την ημερομηνία αναφοράς της 31ης Μαρτίου 2025,
μόλις περίπου 156 (0,92%) είχαν την ελληνική ιθαγένεια. Αντίθετα, το ποσοστό
των Ελλήνων επί του συνόλου των καταγεγραμμένων αλλοδαπών στη Γερμανία
ανέρχεται σε 2,5%, δηλαδή είναι αισθητά υψηλότερο.
Πρέπει φυσικά να είμαστε
προσεκτικοί όταν συγκρίνουμε τις στατιστικές εγκληματικότητας με εκείνες των
πληθυσμιακών στοιχείων, επειδή η ομάδα των υποπτών και εκείνη των
καταδικασθέντων αποτελούνται και από άτομα που δεν κατοικούν μόνιμα στη
Γερμανία. Παρόλα αυτά, τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν μάλλον υπέρ μιας
υποεκπροσώπησης των Ελλήνων στην τέλεση αδικημάτων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται
για τον τομέα της σοβαρότερης εγκληματικότητας που οδηγεί σε δικαστικά
επιβαλλόμενες ποινές έως και ποινές φυλάκισης.
7. Υπάρχουν ιστορικά ή
σύγχρονα εγκληματολογικά δεδομένα για το πώς εξελίχθηκαν τα ποσοστά
εγκληματικότητας των Ελλήνων μεταναστών (π.χ. της πρώτης γενιάς των Gastarbeiter σε σύγκριση με τις νεότερες γενιές);
Όπως αναφέρθηκε και
παραπάνω, υπήρχαν εδώ σαφείς διαφορές μεταξύ των γενεών των μεταναστών. Οι
περισσότερες αναλύσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επιβάρυνση
εγκληματικότητας των «Gastarbeiter» (φιλοξενούμενων εργατών) της πρώτης γενιάς ήταν εν μέρει ακόμη και
χαμηλότερη, και πάντως συνολικά όχι ουσιωδώς υψηλότερη από ό,τι σε συγκρίσιμα
(ως προς την ηλικία και το φύλο) άτομα του γερμανικού πληθυσμού. Αυτό πρέπει να
ισχύει και για τους Έλληνες Gastarbeiter.
Αντίθετα, διάφορες αναλύσεις
έδειξαν ότι στις επόμενες γενιές μεταναστών η επιβάρυνση εγκληματικότητας ήταν
υψηλότερη σε σύγκριση με τον γερμανικό πληθυσμό. Το αν αυτό ισχύει και για τις
ελληνικές οικογένειες μεταναστών είναι ωστόσο αμφίβολο. Σύγχρονες μελέτες πάνω
σε αυτό δεν υπάρχουν δυστυχώς, όσο μπορούμε να γνωρίζουμε· πάντως, μια ανάλυση
της αστυνομικής στατιστικής του Βερολίνου των ετών 1974-1978 έδειξε ότι η
επιβάρυνση εγκληματικότητας των αρρένων Τούρκων και Γιουγκοσλάβων κάτω των 21
ετών υπερέβαινε κατά πολύ εκείνη των συνομηλικων τους Ελλήνων και Ιταλών.
Το μέλλον της εγκληματολογίας
| Άποψη από τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ |
9. Ερευνάτε έντονα τον τομέα της ψηφιοποίησης. Ποιες νέες προκλήσεις
αντιμετωπίζει η εγκληματολογική έρευνα στη Γερμανία λόγω φαινομένων όπως το
κυβερνοέγκλημα ή η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης;
Όπως ανέφερα και παραπάνω,
πρόκειται για έναν πολύ δυναμικό τομέα στον οποίο συμβαίνουν πολλά — όπως με
όλες τις νέες τεχνολογίες, έτσι και στην IT και την Τεχνητή Νοημοσύνη
υπάρχει η δυνατότητα κατάχρησης, δηλαδή τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Εμείς ως
εγκληματολόγοι θα πρέπει να το παρακολουθούμε αυτό στενά και να το ερευνήσουμε
πολύ πιο εντατικά — ορισμένοι συνάδελφοι μιλούν ήδη για την «Ψηφιακή Εγκληματολογία»
(Cyberkriminologie), η οποία αναδύεται
σταδιακά ως ειδικότερος κλάδος της Εγκληματολογίας.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα
πρόκειται μόνο για την έρευνα του «κυβερνοεγκλήματος» ως νέου φαινομένου.
Αντίθετα, θα πρέπει (μαζί με εκπροσώπους άλλων επιστημών, κυρίως κοινωνιολόγους
και ψυχολόγους) να εξετάσουμε πώς η ψηφιοποίηση όλων των τομέων της ζωής θα
επηρεάσει και τη γένεση της εγκληματικότητας.
Για να αναφέρω μόνο ένα
παράδειγμα: Γνωρίζουμε ότι οι σταθεροί κοινωνικοί δεσμοί αποτελούν έναν πολύ
σημαντικό προστατευτικό παράγοντα που αποτρέπει τους ανθρώπους από την τέλεση
εγκλημάτων. Στον αναλογικό κόσμο, αυτό συνδεόταν αυτονόητα με την άμεση προσωπική
επαφή. Το αν αυτό ισχύει και όταν τα άτομα συναντώνται κατά προτίμηση σε
ψηφιακούς ή εικονικούς κόσμους και είναι «κοινωνικά συνδεδεμένα» μόνο ψηφιακά,
είναι ένα εντελώς ανοιχτό ερώτημα.
Δεν θα πρέπει να είμαστε
υπερβολικά πολιτισμικά απαισιόδοξοι· δεν έχουμε στοιχεία που να δείχνουν ότι οι
«ψηφιακοί ιθαγενείς» (digital natives) ρέπουν εκ φύσεως περισσότερο προς το έγκλημα από
ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Θα πρέπει όμως σε κάθε περίπτωση να παρακολουθούμε
την εξέλιξη — και ως προς αυτό να προειδοποιούμε τον νομοθέτη να μην ποντάρει
συνεχώς μόνο στην αυστηροποίηση του ποινικού δικαίου, αλλά να μεριμνά για
ευρέα, έγκαιρα και συνολικά αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα στην κοινωνία, όπως
η καλλιέργεια ψηφιακού αλφαβητισμού (Medienkompetenz) ήδη από την παιδική και εφηβική ηλικία.
10. Αν είχατε μια ευχή για
τη γερμανική πολιτική δικαιοσύνης και αντεγκληματικής προστασίας: Τι θα έπρεπε
να αλλάξει επειγόντως τα επόμενα χρόνια;
| Άποψη από τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ |
Ω, εδώ νιώθω όπως τα τρία
μου παιδιά τα Χριστούγεννα: Η λίστα των επιθυμιών είναι μεγάλη (ακόμη κι αν
γνωρίζει κανείς εξ αρχής ότι ορισμένα πράγματα πιθανότατα θα παραμείνουν απλώς
ευχές).
Θα έπρεπε να γίνουμε πολύ
πιο δημιουργικοί στην αντεγκληματική πολιτική: Να απομακρυνθούμε από τη
μονομανή εστίαση αποκλειστικά στο ποινικό δίκαιο και να κατευθυνθούμε προς την
ανάπτυξη νομικών λύσεων σε άλλους τομείς, όπως το αστικό ή το διοικητικό δίκαιο.
Είμαι, για παράδειγμα, πεπεισμένος ότι η αποποινικοποίηση της λεγόμενης
«επιβίβασης χωρίς εισιτήριο» (Schwarzfahren) δεν θα οδηγούσε σε ανησυχητική αύξηση αυτών των πράξεων — το αστικό
δίκαιο και το δίκαιο διοικητικών παραβάσεων (Ordnungswidrigkeitenrecht) με τα διοικητικά του πρόστιμα αρκούν πιθανότατα
και εδώ για την πρόληψη.
Προπαντός θα έπρεπε να
θεραπεύσουμε την απόλυτη έλλειψη φαντασίας στο Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων. Τα
ποινικά δικαστήρια στη Γερμανία μπορούν να επιβάλουν ως κύριες ποινές μόνο
χρηματικές ποινές ή ποινές φυλάκισης. Η «έξυπνη επιβολή ποινών» (Smart Sentencing) δείχνει διαφορετική. Θα
συνιστούσε να δοθούν στα δικαστήρια πολύ περισσότερες δυνατότητες ώστε, ανάλογα
με τις περιστάσεις της κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, να επιβάλλουν κατάλληλες
μορφές κυρώσεων αντί για ποινή φυλάκισης. Αυτό θα ήταν νοητό, για παράδειγμα,
με τη μορφή ηλεκτρονικά επιτηρούμενου κατ' οίκον περιορισμού, αφαίρεσης άδειας
οδήγησης ή παροχής κοινωφελούς εργασίας.
Στον τομέα της επιμέτρησης
της ποινής (Strafzumessung) θα έπρεπε να αμβλυνθεί το πρόβλημα των περιφερειακών ανισοτήτων,
περιορίζοντας ελαφρώς τα περιθώρια εκτίμησης των δικαστηρίων, π.χ. με τη μείωση
του ανώτατου ορίου του πλαισίου ποινής. Προσωπικά θεωρώ επίσης ότι θα έπρεπε να
δοκιμαστεί η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την υποστήριξη μιας πιο
ομοιόμορφης επιμέτρησης της ποινής — φυσικά με ανοιχτό αποτέλεσμα, καθώς αυτή
τη στιγμή γνωρίζουμε ακόμη πολύ λίγα για τις ευκαιρίες και τους κινδύνους
συγκεκριμένων μοντέλων στην πράξη.
Γενικότερα, θα περίμενα από
την αντεγκληματική πολιτική να ενεργεί νηφάλια και ορθολογικά, δηλαδή και
τεκμηριωμένα (βάσει ενδείξεων/στοιχείων) υπό την έννοια που προαναφέρθηκε: Οι
αποφάσεις θα πρέπει να είναι καλά αιτιολογημένες, με συνυπολογισμό των επιστημονικών
δεδομένων, και να μην λαμβάνονται ad hoc με αφορμή θεαματικές μεμονωμένες περιπτώσεις. Θα
ήταν ωραίο αν εμείς ως ειδικοί είχαμε μεγαλύτερη επιρροή — εκφράζουμε μεν τις
απόψεις μας ως εμπειρογνώμονες στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag), αλλά συχνά σε χρονικό σημείο που νιώθεις ότι οι
σημαντικές αποφάσεις έχουν ουσιαστικά ήδη ληφθεί σε πολιτικό επίπεδο.
Θα κερδίζαμε πολλά αν
παραδεχόμασταν με ειλικρίνεια ότι το ποινικό δίκαιο δεν είναι πανάκεια για την
επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και ότι ο τρόπος λειτουργίας του έχει όρια.
Ειδικά η συνεχής αυστηροποίηση του πλαισίου των ποινών δεν δημιουργεί μεγαλύτερη
«προστασία», και όταν στην αντεγκληματική πολιτική και την ποινική νομοθεσία
υποστηρίζεται συνεχώς το αντίθετο, αυτό δεν είναι μόνο ουσιαστικά εσφαλμένο,
αλλά δημιουργεί και ψευδείς προσδοκίες στον πληθυσμό. Θα έπρεπε στην
αντεγκληματική πολιτική να αντισταθούμε πολύ περισσότερο στις σύνηθες
απλουστεύσεις, αλλά και στις λαϊκιστικές δραματοποιήσεις και παραμορφώσεις.
Αυτό δεν μπορούμε να το πετύχουμε μόνοι μας εμείς οι επιστήμονες.
Ποιος
είναι ο Prof. Dr. Johannes Kaspar
Ο Prof. Dr. Johannes Kaspar είναι κάτοχος της Έδρας
Ποινικού Δικαίου, Ποινικής Δικονομίας, Εγκληματολογίας και Δικαίου των Ποινικών
Κυρώσεων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Άουγκσμπουργκ (Universität Augsburg).
- Ακαδημαϊκή Πορεία: Σπούδασε, αναγορεύτηκε διδάκτορας και ολοκλήρωσε την υφηγεσία του (Habilitation) στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (LMU) —ένα από τα σημαντικότερα κέντρα ποινικού
δικαίου στη Γερμανία— πριν αναλάβει την έδρα στο Άουγκσμπουργκ το 2012.
- Βασικά
Ερευνητικά Ενδιαφέροντα:
- Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων: Έρευνα σχετικά με τον σκοπό, τη λειτουργία
και την αποτελεσματικότητα των ποινών, καθώς και την κοινωνική επανένταξη
των κρατουμένων.
- Εγκληματολογία: Εμπειρική έρευνα γύρω από την εξέλιξη της εγκληματικότητας, τη
συμπεριφορά των δραστών και τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος.
- Ψηφιοποίηση & Ποινικό Δίκαιο: Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι που
δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες, το διαδίκτυο και η Τεχνητή Νοημοσύνη στο
ποινικό σύστημα.
- Συγγραφικό Έργο: Είναι ιδιαίτερα γνωστός στη γερμανική νομική κοινότητα και στους
φοιτητές για τα πανεπιστημιακά του συγγράμματα (όπως το εγχειρίδιό του για
το Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων), τα οποία διακρίνονται για τη σαφήνεια
και τη μεθοδολογική τους αυστηρότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.